Αρχική Άρθρα Επετειακά Μάρκος Δράκος
Τετάρτη, 18 Ιανουάριος 2012 14:13

Μάρκος Δράκος

Ο ‘’Λυκούργος’’ του Αγώνα.


Γεννήθηκε στις 24 Σεμπτεμβρίου 1932 στο χωριό Λεύκα της Λευκωσίας. Μερικά χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα στις 18 Ιανουαρίου 1957, το όνομα του γράφεται με χρυσά γράμματα στο Πάνθεων των ηρώων της σύγχρονης ιστορίας της Κύπρου.  Από μικρό παιδί διακρινόταν για την αρετή του και για την πίστη του στο Θεό και την Ελλάδα.

Ο Μάρκος Δράκος τελείωσε το Δημοτικό σχολείο της Λεύκας και ήταν πρώτος σε όλα τα μαθήματα. Το 1950 αποφοιτά από την Εμπορική Σχολή Σαμουήλ και εργάζεται ως λογιστής. Ακολούθως το 1952 γίνεται μέλος της Παγκύπριας Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας και το 1953 ο ήρωας έγινε μέλος της ΣΕΚ. Την ίδια χρονιά τίθεται επικεφαλής ομάδας η οποία αναλαμβάνει με επιτυχία να προκαλέσει την βλάβη στον σταθμό Δεκέλειας, εξετίας της στέψης της βασίλισσας Ελισάβετ.

Τον επόμενο χρόνο, ο Μάρκος Δράκος μυήθηκε στην ΕΟΚΑ και ο Στρατηγός Γεώργιος Γρίβας Διγενής επιλέγει τον Μάρκο για να δώσει το πρώτο κτύπημα στους Άγγλους αποικιοκράτες, ανατινάσσοντας την Κυπριακή Ραδιοφωνική Υπηρεσία. Ακολουθεί το δεύτερο κτύπημα με την τοποθέτηση βόμβας στο σινεμά «Παλλάς», με σκοπό το θάνατο του Κυβερνήτη Άρμιτεϊτζ όμως η έκρηξη γίνεται μετά τη λήξη της παράστασης και την αποχώρηση του Κυβερνήτη.

Στην συνέχεια συλλαμβάνεται και οδηγείται στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας με την κατηγορία της κατοχής σφαιρών. Αυτό δεν λυγίζει τον αγωνιστή και μαζί με 15 άλλους αγωνιστές δραπετεύει και βγαίνει στο αντάρτικο της ΕΟΚΑ. Οι Άγγλοι τον επικηρύσσουν για 5.000 λίρες.

Και εκεί η δράση του για τα επόμενα 2 χρόνια ήταν μεγάλη. Διάφορες επιθέσεις εναντίον φαλάγγων στρατιωτικών οχημάτων και διάφορες άλλες ενέδρες στέφονται με επιτυχία από τον μεγάλο αυτόν Έλληνα και την ομάδα του.

Μετά από την περιπλάνηση του σε διάφορα μέρη της Κύπρου φτάνουμε στο Γενάρη του 1957 που έμελε να είναι και το τελευταίο για αυτή την αγνή Ελληνική ψυχή. Το αίμα του θα χυθεί στα μαρτυρικά χώματα της Κύπρου μας.

Ο σύγχρονος εφιάλτης κτυπά ξανά. Η ομάδα του Μάρκου Δράκου προδώνεται και αναγκάζεται να μετακινηθεί. Με μπροστάρη τον εαυτό του η ομάδα μετακινείτε στην περιοχή ανάμεσα στα χωριά Ευρύχου - Σινά Όρους. Σε ένα σημείο, το λεγόμενο "το αρκάτζιν του Δράκου"  η αγγλική ενέδρα αρχίζει να βάλει εναντίων των αγωνιστών. Ο Μάρκος γίνεται θυσία για τους υπόλοιπους συναγωνιστές του, οι οποίοι διαφεύγουν ενώ αυτός απάντα στα εχθρικά πυρά. Μέσα σε αυτή την ανταλλαγή πυρών ο Μάρκος Δράκος πέφτει νεκρός, αφού 40 σφαίρες τρυπούν το σώμα του.

Το βράδυ της 18ης Ιανουαρίου 1957, ο Μάρκος Δράκος πέρασε στην αιωνιότητα. Το άψυχο του σώμα τάφηκε κρυφά στα Φυλακισμένα Μνήματα από τους αποικιοκράτες, γιατί φοβούνταν τις εκδηλώσεις εναντίον τους, που ανέμεναν να γίνουν στη διάρκεια της κηδείας του στη γενέτειρά του Λεύκα.

Ο Διγενής έπλεξε το εγκώμιο του Μάρκου Δράκου με αυτά τα λόγια:
«Υπήρξεν αγνός, τίμιος, ανιδιοτελής και γενναίος μαχητής. Εκ των πρώτων προσέτρεξεν εις τας τάξεις της Οργανώσεως. Ο θάνατός του με απεστέρησε ενός αρίστου συμπολεμιστού, την δε Κύπρον ενός τέκνου της, το οποίον θα της ήτο λίαν χρήσιμον, όχι μόνον εις τον απελευθερωτικόν αγώνα, αλλά και εις την μετ’ αυτόν δημιουργικήν εργασίαν διά την πρόοδον και ευημερίαν της. Η θλίψις μου διά τούτο ήτο μέγιστη. Αλλά και όλη η Κύπρος εθλίβη και τον εθρήνησε δικαίως. Ήρωες, ως ο Δράκος, και θνήσκοντες δεν παύουν να ζουν. Παραμένουν φωτεινοί οδηγοί των επιζώντων, διά την εκπλήρωσιν της αποστολής των εις ωραίους ευγενείς αγώνας».

Σήμερα, το άγαλμα του Μάρκου Δράκου βρίσκεται σε ένα πολύ σημαδιακό σημείο της Λευκωσίας. Στον δρόμο που οδηγεί στο Λήδρα Πάλας ,όπου κυματίζει η εμετική ημισέληνος. Ο Μάρκος Δράκος, με το χέρι υψωμένο δείχνει το δρόμο του αγώνα για την τελική δικαίωση των πόθων του λαού μας. Αυτό ζητά σήμερα το νεκρό παληκάρι από όλους εμάς. Να αγωνιστούμε ενωμένοι για να απαλλάξουμε τα Ελληνικά χώματα της Κύπρου μας από τον ξένο κατακτητή. Για να ανατείλει και πάλι ο Ελληνικός ήλιος σε μια ελεύθερη πατρίδα. Στη βάση του ανδριάντα γράφει: "Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία".  Στον Μάρκο Δράκο υπήρχαν και περίσσευαν και τα δύο.



ΑΘΑΝΑΤΟΣ